Μετάφραση του "debole" σε Ελληνικά
Οι αδύνατος, αδύναμος, θαμπός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "debole" σε Ελληνικά.
debole
adjective
noun
masculine
γραμματική
Forte preferenza o inclinazione.
-
αδύνατος
adjectiveE'molto debole, ma tieni gli occhi su di lui.
Πολύ αδύνατος αλλά έχε τα μάτια σου πάνω του.
-
αδύναμος
adjective masculineGli hai fatto fare la figura del debole davanti ad una bella donna.
Τον έκανες να φανεί αδύναμος μπροστά σε μια όμορφη γυναίκα.
-
θαμπός
adjective masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αδύνατο
- αδύνατη
- αδυναμία
- δειλός
- σκοτεινός
- ελαφρύς
- φως
- θολός
- ξανθός
- λαχτάρα
- επιθυμία
- "αδυναμία"
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " debole " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "debole" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ασθενής αλληλεπίδραση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη