Μετάφραση του "debolezza" σε Ελληνικά
Οι αδυναμία, ανημποριά, ασθενικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "debolezza" σε Ελληνικά.
debolezza
noun
feminine
γραμματική
Qualità o stato di essere debole.
-
αδυναμία
noun feminineE se Pell considerasse il tuo silenzio un segno di debolezza e non di forza?
Και αν ο Πέλλ καταλάβει την σιωπή σου ως αδυναμία αντί για δύναμη?
-
ανημποριά
nounFaceva leva sulle loro debolezze e sulle loro paure, promettendo loro la salvezza, salvezza che sarebbe arrivata solo alla fine degli ultimi giorni.
Έπαιζε με την ανημποριά και τους φόβους τους τους υποσχόταν σωτηρία. Μία σωτηρία που θα ερχόταν μόνο με το τέλος του κόσμου.
-
ασθενικότητα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " debolezza " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη