Μετάφραση του "decorso" σε Ελληνικά

Το πορεία είναι η μετάφραση του "decorso" σε Ελληνικά.

decorso verb noun masculine γραμματική

Termine prefissato per lo svolgimento di un'attività.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πορεία

    noun

    Si aspetta un decorso tranquillo, anche se non privo di difficoltà.

    Κι αναμένει ομαλή πορεία, αν και με κάποιες δυσκολίες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " decorso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "decorso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • παρέρχομαι · περνώ · προχωρώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "decorso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη