Μετάφραση του "decretare" σε Ελληνικά
Οι θεσπίζω, κυβερνώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "decretare" σε Ελληνικά.
decretare
verb
γραμματική
Decidere con autorità.
-
θεσπίζω
verbOra, il decreto controverso instaura un meccanismo inverso.
Όμως, η επίδικη απόφαση θεσπίζει αντίστροφο μηχανισμό.
-
κυβερνώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " decretare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "decretare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υπουργική απόφαση
-
απόφαση · διάταγμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη