Μετάφραση του "designare" σε Ελληνικά

Οι διορίζω, δείχνω, σόου είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "designare" σε Ελληνικά.

designare verb γραμματική

Designare per un ruolo o per un'attività. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διορίζω

    verb

    Selezionare qualcosa o qualcuno per uno scopo specifico.

    Per la controversia sottoposta ad arbitrato, sono designati tre arbitri.

    Σε περίπτωση υποβολής διαφοράς σε διαιτησία, διορίζονται τρεις διαιτητές.

  • δείχνω

    verb

    Essi dimostrano tale lealtà vivendo in armonia con quello che egli insegnò quando era sulla terra quale Re designato.

    Εκείνοι δείχνουν τέτοια οσιότητα ζώντας σε αρμονία με όσα δίδαξε αυτός όταν βρισκόταν στη γη ως Προσδιορισμένος Βασιλιάς.

  • σόου

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επισκευάζω
    • κάνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " designare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "designare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "designare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη