Μετάφραση του "desistere" σε Ελληνικά

Οι απέχω, αναγνωρίζω ήττα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "desistere" σε Ελληνικά.

desistere verb γραμματική

Rinunciare e sottomettersi al potere o al possesso di un'altra persona o forza.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απέχω

    verb

    Nel senso di ritirarsi, accettare senza condizioni, retrocedere, cessare e desistere.

    Σαν να λέμε, να αποσυρθεί, να συμφωνήσει, να υποχωρήσει, να σταματήσει και να απέχει.

  • αναγνωρίζω ήττα

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " desistere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "desistere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη