Μετάφραση του "detenuto" σε Ελληνικά

Οι κρατούμενος, φυλακισμένος, τρόφιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "detenuto" σε Ελληνικά.

detenuto noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρατούμενος

    noun masculine

    Nel novembre 2014 il suo ruolo nella morte di detenuti è stato ufficialmente riconosciuto dalle autorità iraniane.

    Τον Νοέμβριο του 2014 αναγνωρίστηκε επισήμως από τις ιρανικές αρχές ο ρόλος που έπαιξε στον θάνατο κρατουμένων.

  • φυλακισμένος

    noun masculine

    Oh, Tip, non dirmi che sei un detenuto.

    Ω, Τιπ, μη μου πεις ότι είσαι φυλακισμένος!

  • τρόφιμος

    noun common

    I detenuti non vengono lasciati fuori di sera.

    Απαγορεύεται να'ναι έξω οι τρόφιμοι μετά τις εργάσιμες ώρες.

  • αιχμάλωτος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " detenuto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "detenuto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εργασία του κρατουμένου
  • μεταγωγή κρατουμένων
  • έχω στην κατοχή μου · αναχαιτίζω · διατηρώ · κατέχω · κρατούμαι (σε φυλακή) · κρατώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "detenuto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη