Μετάφραση του "diffamazione" σε Ελληνικά

Οι δυσφήμηση, δυσφήμιση, συκοφαντία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "diffamazione" σε Ελληνικά.

diffamazione noun feminine γραμματική

Un attacco alla reputazione di una persona mediante una qualche informazione diffamatoria.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυσφήμηση

    noun

    Giustamente esistono restrizioni alla libertà di parola nelle leggi sulla diffamazione.

    Δικαίως έχουμε εφαρμόσει περιορισμού στην ελευθερία του λόγου με νόμους για συκοφαντική δυσφήμηση και διασυρμό.

  • δυσφήμιση

    noun feminine

    Potresti citarli per diffamazione ma poi dovresti andare a testimoniare.

    Μπορείς να τους μηνύσεις για δυσφήμιση, αλλά θα πρέπει να καταθέσεις.

  • συκοφαντία

    noun feminine

    Gli chiederò come regalo di nozze di farti causa per arresto illegittimo e diffamazione di persona.

    Σαν γαμήλιο δώρο θα τους ζητήσω, να σε μηνύσουν για άδικη σύλληψη και συκοφαντία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαβολή
    • συκοφαντική δυσφήμιση
    • Δυσφήμηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " diffamazione " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "diffamazione" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "diffamazione" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη