Μετάφραση του "differenziare" σε Ελληνικά
Οι διαφοροποιώ, καθίσταμαι, διαμορφώνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "differenziare" σε Ελληνικά.
differenziare
verb
γραμματική
Vedere qualcuno o qualcosa come differente dagli altri.
-
διαφοροποιώ
verb -
καθίσταμαι
verbIl tema del dialogo sociale rimanda a realtà e pratiche differenziate.
Ο κοινωνικός διάλογος παραπέμπει σε καταστάσεις και μεθόδους οι οποίες διαφέρουν μεταξύ τους.
-
διαμορφώνομαι
verb -
γίνομαι
verbLa «Montbéliard» si differenzia così da altre salsicce in quanto contiene soltanto suino.
Το προϊόν «Montbéliard» διαφοροποιείται από τα άλλα λουκάνικα από το γεγονός ότι περιέχει αποκλειστικά χοιρινό κρέας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " differenziare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "differenziare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διπλή διαχείριση (των) αποβλήτων
-
διαχωρισμένη αποκομιδή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη