Μετάφραση του "differire" σε Ελληνικά

Οι διαφέρω, αναβολή, καθυστερώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "differire" σε Ελληνικά.

differire verb γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαφέρω

    verb

    L'offerta d'impegno differisce sostanzialmente da questo approccio e richiederebbe una misura specifica per la società.

    Η πρόταση ανάληψης υποχρέωσης διαφέρει ουσιαστικά από την προσέγγιση αυτή και απαιτεί τη λήψη μέτρων ανά εταιρεία.

  • αναβολή

    noun

    È pertanto opportuno differire l'applicabilità del presente regolamento.

    Επομένως, ενδείκνυται η αναβολή της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

  • καθυστερώ

    verb

    Qualora siano necessarie verifiche supplementari, essa può tuttavia differire il pagamento del saldo.

    Ωστόσο, δύναται να καθυστερήσει την πληρωμή του υπολοίπου σε περίπτωση ανάγκης συμπληρωματικών ελέγχων.

  • αναβάλλω

    verb

    147 Orbene, si deve necessariamente constatare che proprio per sollecitudine il Mediatore ha differito l’avvio del procedimento disciplinare.

    147 Επιβάλλεται, πάντως, η διαπίστωση ότι ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής ανέβαλε την κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας ακριβώς λόγω του καθήκοντος πρόνοιας που υπέχει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " differire " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "differire" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "differire" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη