Μετάφραση του "diffidenza" σε Ελληνικά
Οι δυσπιστία, καχυποψία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "diffidenza" σε Ελληνικά.
diffidenza
noun
feminine
γραμματική
Mancanza di fiducia, atteggiamento sospettoso e prudente.
-
δυσπιστία
noun femininePer la sua insaziabile diffidenza e la sua tendenza a coprire tutte le cose.
Για την ακόρεστη δυσπιστία σου και την κλίση σου να καλύπτεις όλες τις βάσεις.
-
καχυποψία
nounNon ti do la colpa per la tua diffidenza, ne'a Davina per il suo disprezzo.
Δεν επικρίνω την καχυποψία σου, ούτε την περιφρόνηση τής Νταβίνα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " diffidenza " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη