Μετάφραση του "diffondere" σε Ελληνικά

Οι διαδίδω, μεταδίδω, διαχέω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "diffondere" σε Ελληνικά.

diffondere verb γραμματική

Diffondere sopra o attraverso, come in aria, acqua o altre sostanze, soprattutto mediante movimento di fluidi o in modo passivo. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαδίδω

    verb

    Vago per il volere del Signore, diffondendo la parola del vangelo.

    Με τη θέληση του Κυρίου, διαδίδω το λόγο τού Ευαγγελίου.

  • μεταδίδω

    verb

    Pensano che il mio cane sia stato usato per diffondere il virus dell'influenza aleutina.

    Λένε ότι ο νέος σκύλος μου μετέδωσε τον ιό της Αλεούτιας νόσου.

  • διαχέω

    Verb

    Questo movimento diffonde calore dalla superficie del pianeta blu.

    Αυτή η κίνηση διαχέει τη θερμότητα από την επιφάνεια του γαλάζιου πλανήτη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εκπέμπω
    • δηλώνω
    • κοινολογώ
    • σκορπώ
    • κοινοποιώ
    • φανερώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " diffondere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "diffondere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "diffondere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη