Μετάφραση του "diffuso" σε Ελληνικά
Οι διάχυτος, διαδεδομένος, διάσπαρτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "diffuso" σε Ελληνικά.
diffuso
adjective
verb
masculine
γραμματική
Non focalizzato o concentrato.
-
διάχυτος
L'illuminazione qui è diffusa.
Ο φωτισμός είναι διάχυτος εδώ μέσα.
-
διαδεδομένος
Al contrario si registra ancora una paura diffusa di perdere il controllo.
Εξακολουθεί να είναι ευρύτερα διαδεδομένος ο φόβος της απώλειας ελέγχου.
-
διάσπαρτος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " diffuso " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "diffuso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διάχυση του φωτός
-
fibrillary astrocytoma
-
συνδεδεμένο περιληπτικό περιεχόμενο
-
Αντικείμενο διεσκορπισμένου δίσκου
-
πηγή διάχυσης
-
εξωτερική ωτίτιδα
-
διάχυτη ρύπανση
-
δηλώνω · διαδίδω · διαχέω · εκπέμπω · κοινολογώ · κοινοποιώ · μεταδίδω · σκορπώ · φανερώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη