Μετάφραση του "diffuso" σε Ελληνικά

Οι διάχυτος, διαδεδομένος, διάσπαρτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "diffuso" σε Ελληνικά.

diffuso adjective verb masculine γραμματική

Non focalizzato o concentrato.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάχυτος

    L'illuminazione qui è diffusa.

    Ο φωτισμός είναι διάχυτος εδώ μέσα.

  • διαδεδομένος

    Al contrario si registra ancora una paura diffusa di perdere il controllo.

    Εξακολουθεί να είναι ευρύτερα διαδεδομένος ο φόβος της απώλειας ελέγχου.

  • διάσπαρτος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " diffuso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "diffuso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "diffuso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη