Μετάφραση του "dirigere" σε Ελληνικά
Οι διευθύνω, επιβλέπω, κατευθύνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dirigere" σε Ελληνικά.
dirigere
verb
γραμματική
Dirigere o controllare (per esempio, progetti, affari, ecc.).
-
διευθύνω
verbMolte opportunità e attività di servizio vengono pianificate e dirette dalle donne.
Πολλές ευκαιρίες υπηρετήσεως και δραστηριότητες σχεδιάζονται και διευθύνονται από γυναίκες.
-
επιβλέπω
verbSaro'a dirigere i preparativi per la partenza, se qualcuno avesse bisogno di me.
Θα επιβλέπω την αναχώρηση αν με χρειαστεί κανείς.
-
κατευθύνομαι
verbNella speranza di scoprire di piu', mi sto dirigendo a sud, verso la Namibia.
Ελπίζοντας να βρω περισσότερα, κατευθύνομαι νότια στην Ναμίμπια.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ελέγχω
- άμεσος
- στέλνω
- στοχεύω
- αποστέλλω
- πέμπω
- διαχειρίζομαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dirigere " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dirigere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άμεσος φόρος
-
άμεσα εκλεγμένη Βουλή
-
άμεση πώληση
-
άμεσο κόστος
-
Τουρνουά νοκ-άουτ
-
απευθείας καλωδιακή σύνδεση
-
Άμεση ξένη επένδυση
-
άμεση φιλοξενία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη