Μετάφραση του "dirigibile" σε Ελληνικά

Οι αερόπλοιο, πηδαλιουχούμενο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dirigibile" σε Ελληνικά.

dirigibile adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αερόπλοιο

    noun neuter

    La scorsa notte al telegiornale ho visto qualcosa su un dirigibile.

    Χθες το βράδυ στις ειδήσεις, είδα κάτι για αερόπλοιο.

  • πηδαλιουχούμενο

    noun

    Poiché si poteva pilotare, il veicolo di Giffard fu chiamato dirigibile.

    Εφόσον το σκάφος του Ζιφάρ μπορούσε να πλοηγηθεί, ονομάστηκε πηδαλιουχούμενο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dirigibile " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "dirigibile"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dirigibile" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη