Μετάφραση του "disadattato" σε Ελληνικά

Το απροσάρμοστος είναι η μετάφραση του "disadattato" σε Ελληνικά.

disadattato adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απροσάρμοστος

    Adjective masculine

    Un piccolo disadattato impotente che passera'il resto della sua vita da emarginato.

    Ένας ανίκανος απροσάρμοστος που θα περάσει όλη τη ζωή του στην απ'έξω.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " disadattato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "disadattato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη