Μετάφραση του "disagio" σε Ελληνικά

Το δυσφορία είναι η μετάφραση του "disagio" σε Ελληνικά.

disagio noun masculine γραμματική

Condizione di scomodo e malessere.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυσφορία

    noun

    Condivido pertanto il suo disagio per ciò che concerne la politica del personale della Commissione.

    Συμμερίζομαι, λοιπόν, τη δυσφορία σας σχετικά με την πολιτική προσωπικού που ακολουθεί η Επιτροπή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " disagio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "disagio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη