Μετάφραση του "discorso" σε Ελληνικά

Οι ομιλία, λόγος, συνομιλία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "discorso" σε Ελληνικά.

discorso verb noun masculine γραμματική

Allocuzione o forma di comunicazione orale in cui l'oratore rendere espliciti a un pubblico i suoi pensieri e le sue emozioni, spesso con uno scopo prefissato.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ομιλία

    noun feminine

    trattazione orale tenuta in pubblico, precisa e ordinata, al riguardo di un certo argomento [..]

    Ho sentito che scrivere il discorso della sconfitta porti male.

    Άκουσα πως είναι γρουσουζιά να γράφεις την ομιλία παραχώρησης.

  • λόγος

    noun masculine

    Μια μορφή ή έκφραση προφορικής επικοινωνίας στην οποία ένας ομιλητής εκδηλώνει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του ενώπιον κοινού, συχνά για έναν δοσμένο σκοπό(Source: RHW)

    Sarete felici di sapere che non farò un discorso, stasera.

    Λοιπόν, θ'ανακουφιστείτε, ακούγοντας ότι δε θα βγάλω λόγο απόψε.

  • συνομιλία

    noun feminine

    Sono troppo debole per uno dei tuoi discorsi, ora.

    Είμαι πολύ αδύναμος για ένα των συνομιλιών σας αυτή τη στιγμή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διάλεξη
    • αγόρευση
    • διάγγελμα
    • συζήτηση
    • διάλογος
    • ομiλία
    • ομηλία
    • συνεχής λόγος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " discorso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "discorso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "discorso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη