Μετάφραση του "disgrazia" σε Ελληνικά

Οι ατύχημα, ατυχία, δυστύχημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disgrazia" σε Ελληνικά.

disgrazia noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ατύχημα

    noun neuter

    Ora sembra bello che una disgrazia programmata rimettera'le cose a posto.

    Φαίνεται ωραίο τώρα ότι ένα προσχεδιασμένο ατύχημα θα διορθώσει τα πράγματα και πάλι.

  • ατυχία

    noun feminine

    Sono io che ho avuto la disgrazia di sposare un buono a nulla.

    Είχα την ατυχία να βρω εναν τελείως άχρηστο άνδρα.

  • δυστύχημα

    noun

    Credo che gli sia capitata una disgrazia, dott. Greenbow.

    Νομίζω ότι του έτυχε κάποιο δυστύχημα, Δρ Greenbοw.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ατυχήματα
    • συμφορά
    • ντροπή
    • κακό
    • κακοτυχία
    • αίσχος
    • γκαντεμιά
    • βάσανο
    • θλίψη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " disgrazia " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "disgrazia" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη