Μετάφραση του "dossale" σε Ελληνικά

Το Ντοσάλε είναι η μετάφραση του "dossale" σε Ελληνικά.

dossale noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ντοσάλε

    Κόσμηση πίσω από την Αγ. Τράπεζα στην Καθολική Εκκλησία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dossale " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dossale" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη