Μετάφραση του "dotato" σε Ελληνικά
Το προικισμένος είναι η μετάφραση του "dotato" σε Ελληνικά.
dotato
adjective
verb
masculine
γραμματική
Provvisto o dotato di ciò che serve.
-
προικισμένος
Gordon mi dice che sei un broker molto dotato.
Ο Γκόρντον που είπε ότι είσαι πολύ προικισμένος χρηματιστής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dotato " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dotato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κράματα μνημών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη