Μετάφραση του "dovere" σε Ελληνικά

Οι καθήκον, πρέπει, χρωστώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dovere" σε Ελληνικά.

dovere verb noun masculine γραμματική

Essere tenuto a dare o a riconoscere qualcosa.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθήκον

    noun neuter

    Torni a fare il s o dovere e lasci cadere la faccenda.

    Επιστρέψτε στα καθήκοντά σας κι αφήστε αυτό το ζήτημα.

  • πρέπει

    verb

    Mary non sembrava capire perché lei dovesse fare quello.

    Φαίνεται, ότι η Mary δεν καταλαβαίνει γιατί έπρεπε να το κάνει.

  • χρωστώ

    verb

    Abbiamo parlato dei soldi che devo alla banca.

    Μιλήσαμε για τα λεφτά που χρωστώ στην τράπεζα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • οφείλω
    • όφειλε
    • χρωστάω
    • υποχρέωση
    • χρειάζομαι
    • χρέος
    • θα έπρεπε
    • Καθήκον
    • δασμός
    • πρέπει να
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dovere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dovere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dovere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη