Μετάφραση του "dovuto" σε Ελληνικά
Το λόγω είναι η μετάφραση του "dovuto" σε Ελληνικά.
dovuto
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
Originato o prodotto da.
-
λόγω
adpositionTali indagini dovrebbero inoltre essere monitorate da esperti sotto l'autorità della Commissione.
Θα πρέπει να συνεχιστεί η παρακολούθηση των εν λόγω επισκοπήσεων από εμπειρογνώμονες υπό την εποπτεία της Επιτροπής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dovuto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dovuto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ένα πράγμα είχες να κάνεις
-
έπρεπε να αλλάξω στρατηγική
-
πρωτοζωική μόλυνση
-
αν δεν ξέρεις, καλύτερα να το βουλώνεις
-
πρέπει να φύγω
-
όλοι πρέπει να σε δουν
-
οφείλω
-
Προτείνω να μείνει μεταξύ μας.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη