Μετάφραση του "dovuto" σε Ελληνικά

Το λόγω είναι η μετάφραση του "dovuto" σε Ελληνικά.

dovuto adjective noun verb masculine γραμματική

Originato o prodotto da.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λόγω

    adposition

    Tali indagini dovrebbero inoltre essere monitorate da esperti sotto l'autorità della Commissione.

    Θα πρέπει να συνεχιστεί η παρακολούθηση των εν λόγω επισκοπήσεων από εμπειρογνώμονες υπό την εποπτεία της Επιτροπής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dovuto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dovuto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dovuto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη