Μετάφραση του "edificare" σε Ελληνικά
Οι χτίζω, κατασκευή, οικοδομώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "edificare" σε Ελληνικά.
edificare
verb
γραμματική
Erigere, costruire opere in muratura come, per esempio, case e palazzi.
-
χτίζω
verbBrooke mi ha detto che questo quartiere è stato edificato sopra un cimitero.
H Mπρoυκ μoύ είπε ότι αυτός o oικισμός χτίστηκε πάvω σε vεκρoταφείo.
-
κατασκευή
noun feminineInoltre, il Comune di Mikkeli si è impegnato a cedere il terreno pronto ad essere edificato.
Επιπλέον, ο Δήμος Mikkeli ανέλαβε τη δέσμευση να μεταβιβάσει το γήπεδο σε κατάσταση έτοιμη για κατασκευή.
-
οικοδομώ
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εδραιώνω
- εγκαθιστώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " edificare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "edificare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μη δομημένη (αδόμητη) περιοχή
-
δομημένη περιοχή · οικιστική περιοχή · πυκνοδομημένη περιοχή
-
κατασκευασμένη δομή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη