Μετάφραση του "edificazione" σε Ελληνικά
Οι δόμηση, κατασκευή, οικοδόμηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "edificazione" σε Ελληνικά.
edificazione
noun
feminine
γραμματική
-
δόμηση
noun feminineOggetto: Edificazione illegale nell'antica area sacra di Delfi
Θέμα: Παράνομη δόμηση εντός του ιερού χώρου των Δελφών
-
κατασκευή
noun feminine14 La BLV è un’impresa che svolge attività di acquisto, dotazione di infrastrutture di base ed edificazione di terreni.
14 Η BLV είναι επιχείρηση που δραστηριοποιείται στην απόκτηση, την κατασκευή των βασικών υποδομών και την ανοικοδόμηση οικοπέδων.
-
οικοδόμηση
noun feminineNello Zimbabwe l’importantissima opera di edificazione spirituale va avanti.
Ζωτική πνευματική οικοδόμηση εξακολουθεί να λαβαίνει χώρα στη Ζιμπάμπουε.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " edificazione " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη