Μετάφραση του "escavatore" σε Ελληνικά

Οι εκσκαφέας, Εκσκαφέας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "escavatore" σε Ελληνικά.

escavatore adjective noun masculine γραμματική

Macchina usata per scavare il terreno e per sollevare e trasportare terriccio e detriti.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκσκαφέας

    noun masculine

    A sostegno delle attività di sminamento del Mines Advisory Group è stato fornito un escavatore blindato per la bonifica degli ordigni esplosivi.

    Προς στήριξη των δραστηριοτήτων αποναρκοθέτησης της Mines Advisory Group, παρασχέθηκε τεθωρακισμένος εκσκαφέας για τη διάθεση εκρηκτικού πολεμικού υλικού.

  • Εκσκαφέας

    Caricatore-escavatore Macchina semovente, gommata o cingolata, concepita per portare sin dall'origine una pala caricatrice nella parte anteriore e un braccio escavatore nella parte posteriore.

    Φορτωτής-εκσκαφέας Μηχάνημα αυτοπροωθούμενο, ελαστικοφόρο ή ερπυστριοφόρο, σχεδιασμένο να δέχεται εκ κατασκευής κάδο φορτωτού εμπρός και βραχίονα πτύου πίσω.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " escavatore " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "escavatore" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη