Μετάφραση του "escavatrice" σε Ελληνικά

Το εκσκαφέας είναι η μετάφραση του "escavatrice" σε Ελληνικά.

escavatrice adjective γραμματική

Macchina usata per scavare il terreno e per sollevare e trasportare terriccio e detriti.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκσκαφέας

    noun masculine

    Una sola escavatrice può rimuoverne ogni giorno una quantità tale da riempire 16.000 semirimorchi.

    Ένας τέτοιος εκσκαφέας απομακρύνει καθημερινά υλικό που μπορεί να γεμίσει 16.000 καρότσες φορτηγών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " escavatrice " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "escavatrice" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη