Μετάφραση του "fame" σε Ελληνικά
Οι πείνα, λιμός, ασιτία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fame" σε Ελληνικά.
fame
noun
feminine
γραμματική
Necessità di cibo.
-
πείνα
noun feminineNon pensano ai poveri bambini che muoiono di fame?
Δε σκέφτονται τα άπορα παιδιά που πεθαίνουν απ' την πείνα;
-
λιμός
noun masculineGirano voci che le lune del confine sarebbero in cattivo stato... fame e pestilenze.
Έχω ακούσει ότι πολλά συνοριακά φεγγάρια είναι σε άσχημη κατάσταση, με επιδημίες και λιμούς.
-
ασιτία
feminineSi è seppellito vivo nel seminterrato, si è murato vivo e si è lasciato morire di fame.
Θάφτηκε ζωντανός στο υπόγειό του έχτισε έναν τοίχο γύρω του και πέθανε από ασιτία.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- λιγούρα
- σιτοδεία
- πεινασμένος
- Πείνα
- πεινώ
- ανάγκη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fame " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fame" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λιμοκτονώ
-
απεργία πείνας
-
λιμοκτονώ
-
αίγλη · αναγνώριση · διασημότητα · δόξα · φήμη · όνομα
-
πεινώ
-
πεινάω · πεινώ
-
Φήμη
-
λιμοκτονώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη