Μετάφραση του "famigerato" σε Ελληνικά

Το διαβόητος είναι η μετάφραση του "famigerato" σε Ελληνικά.

famigerato adjective masculine γραμματική

Che ha una fama pessima.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαβόητος

    adjective

    Qui dentro ci sono i più famigerati criminali della moda.

    Οι πιο διαβόητοι εγκληματίες μόδας βρίσκονται εκεί μέσα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " famigerato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "famigerato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη