Μετάφραση του "fecondo" σε Ελληνικά

Το καρποφόρος είναι η μετάφραση του "fecondo" σε Ελληνικά.

fecondo adjective verb masculine γραμματική

Che produce molti frutti. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καρποφόρος

    adjective masculine

    Ha dotato gli esseri umani del desiderio sessuale così che potessero ‘essere fecondi e moltiplicarsi’.

    Εμφύτευσε στους ανθρώπους τη σεξουαλική ανάγκη ώστε “να είναι καρποφόροι και να πληθυνθούν”.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fecondo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fecondo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη