Μετάφραση του "fedele" σε Ελληνικά

Οι πιστός, ακέραιος, αγαθός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fedele" σε Ελληνικά.

fedele adjective noun masculine γραμματική

Persona che crede in una religione.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιστός

    noun masculine

    Siete fedeli al vostro Sceriffo ed e'una cosa che ammiro.

    Είστε πιστοί στον Σερίφη σας και το εκτιμώ.

  • ακέραιος

    adjective
  • αγαθός

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακριβής
    • λάτρης
    • οπαδός
    • υποστηρικτής
    • χριστιανός
    • θαυμαστής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fedele " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "fedele"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fedele" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη