Μετάφραση του "flessibile" σε Ελληνικά

Οι ευέλικτος, εύκαμπτος, ελαστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "flessibile" σε Ελληνικά.

flessibile adjective noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευέλικτος

    Il tema della ricerca in materia di sicurezza è, per sua natura e concezione, flessibile.

    Ο θεματικός τομέας έρευνας σε θέματα ασφάλειας είναι εκ φύσεως και λόγω σχεδιασμού ευέλικτος.

  • εύκαμπτος

    neuter

    Connettere il tubo flessibile di raccolta dei gas di scarico al tubo(i) di scappamento del veicolo.

    O εύκαμπτος σωλήνας συλλογής καυσαερίων συνδέεται στην ή τις εξατμίσεις του οχήματος.

  • ελαστικός

    masculine

    Il tubo flessibile deve essere in grado di resistere alle temperature della classe 5.

    Ο ελαστικός σωλήνας πρέπει να αντέχει θερμοκρασίες της κατηγορίας 5.

  • ανθεκτικός

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " flessibile " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "flessibile" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "flessibile" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη