Μετάφραση του "gasolio" σε Ελληνικά

Οι ντίζελ, καύσιμα ντίζελ, πετρέλαιο ντίζελ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gasolio" σε Ελληνικά.

gasolio noun masculine γραμματική

Olio pesante residuo usato come carburante in alcuni tipi di motori diesel.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ντίζελ

    noun neuter

    Tassare maggiormente il gasolio avrà sicuramente l'effetto di favorire un riequilibrio del mercato.

    Αύξηση της φορολογίας του ντίζελ δεν μπορεί παρά να συμβάλει στην αποκατάσταση της ισορροπίας.

  • καύσιμα ντίζελ

    Olio pesante residuo usato come carburante in alcuni tipi di motori diesel.

    Inoltre, proposte di rilievo sono all’esame del Consiglio, in particolare la proposta concernente il gasolio per uso professionale.

    Έχουν κατατεθεί στο Συμβούλιο σημαντικές προτάσεις, ιδίως όσον αφορά καύσιμα ντίζελ για επαγγελματική χρήση.

  • πετρέλαιο ντίζελ

    Olio pesante residuo usato come carburante in alcuni tipi di motori diesel.

    La presente proposta separa il trattamento fiscale del gasolio professionale e del gasolio normale.

    Η παρούσα πρόταση αποσυνδέει τη φορολογική μεταχείριση του επαγγελματικού πετρελαίου ντίζελ κίνησης από το μη επαγγελματικό πετρέλαιο κίνησης.

  • Καύσιμο ντίζελ

    οποιοδήποτε υγρό καύσιμο χρησιμοποιείται σε ντιζελοκινητήρες, των οποίων η ανάφλεξη λαμβάνει χώρα ως αποτέλεσμα της συμπίεσης του εισερχόμενου αέριου μείγματος (χωρίς σπινθήρα) και έγχυσης του καυσίμου.

    Inoltre, proposte di rilievo sono all’esame del Consiglio, in particolare la proposta concernente il gasolio per uso professionale.

    Έχουν κατατεθεί στο Συμβούλιο σημαντικές προτάσεις, ιδίως όσον αφορά καύσιμα ντίζελ για επαγγελματική χρήση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gasolio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "gasolio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gasolio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη