Μετάφραση του "gassato" σε Ελληνικά

Το ανθρακούχος είναι η μετάφραση του "gassato" σε Ελληνικά.

gassato adjective verb masculine γραμματική

Contenente gas di anidride carbonica sotto pressione.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανθρακούχος

    adjective

    Contenente gas di anidride carbonica sotto pressione.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gassato " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gassato" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη