Μετάφραση του "gettito" σε Ελληνικά
Οι απόδοση, παραγωγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gettito" σε Ελληνικά.
gettito
noun
masculine
γραμματική
-
απόδοση
nounValore approssimativo che definisce il gettito di acqua in un oggetto idrogeologico naturale.
Κατά προσέγγιση τιμή που ορίζει την απόδοση υδάτων σε ένα φυσικό υδρογεωλογικό αντικείμενο.
-
παραγωγή
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gettito " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη