Μετάφραση του "getto" σε Ελληνικά

Οι οφθαλμός, ρεύμα αέρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "getto" σε Ελληνικά.

getto noun verb masculine γραμματική

Colata di materiale allo stato liquido in uno stampo per realizzare un oggetto di una determinata forma e sim.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οφθαλμός

    noun masculine
  • ρεύμα αέρα

    noun

    Le gocce rimaste attaccate al prototipo sono eliminate con un getto d'aria o scuotendo l'esemplare stesso.

    Οι προσκολλημένες σταγόνες απομακρύνονται σε ρεύμα αέρα ή με τίναγμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " getto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "getto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "getto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη