Μετάφραση του "getto" σε Ελληνικά
Οι οφθαλμός, ρεύμα αέρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "getto" σε Ελληνικά.
getto
noun
verb
masculine
γραμματική
Colata di materiale allo stato liquido in uno stampo per realizzare un oggetto di una determinata forma e sim.
-
οφθαλμός
noun masculine -
ρεύμα αέρα
nounLe gocce rimaste attaccate al prototipo sono eliminate con un getto d'aria o scuotendo l'esemplare stesso.
Οι προσκολλημένες σταγόνες απομακρύνονται σε ρεύμα αέρα ή με τίναγμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " getto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "getto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποβάλλω · αχρηστεύω · βλασταίνω · εκτοξεύω · ξεφορτώνομαι · πετώ · ρίπτω · ρίχνω
-
εκτυπωτής έγχυσης μελάνης
-
αεροχείμαρρος
-
Σφαιροβολία
-
ρίχνω λάδι στη φωτιά
-
Αεροχείμαρρος
-
εκτυπωτής εκτόξευσης μελάνης
-
Σφαιροβολία · σφαιροβολία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη