Μετάφραση του "giacimento" σε Ελληνικά

Οι κοίτασμα, κοίτασμα ορυκτού είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "giacimento" σε Ελληνικά.

giacimento noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοίτασμα

    noun neuter

    Gas naturale proveniente da giacimenti che producono idrocarburi solo in forma gassosa.

    Φυσικό αέριο που προέρχεται από κοιτάσματα υδρογονανθράκων μόνο σε αεριώδη μορφή.

  • κοίτασμα ορυκτού

    Sulla terra ci sono vasti giacimenti sotterranei di salgemma, alcuni con uno spessore di centinaia di metri.

    Στη γη υπάρχουν τεράστια υπόγεια κοιτάσματα ορυκτού άλατος, μερικά από τα οποία έχουν εκατοντάδες μέτρα πάχος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " giacimento " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "giacimento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "giacimento" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη