Μετάφραση του "gonfiamento" σε Ελληνικά
Οι διόγκωση, φούσκωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gonfiamento" σε Ελληνικά.
gonfiamento
-
διόγκωση
nounQuesta situazione conduce al gonfiamento del saldo della contabilità separata;
Η κατάσταση αυτή οδηγεί σε διόγκωση του υπολοίπου της χωριστής λογιστικής.
-
φούσκωμα
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gonfiamento " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη