Μετάφραση του "gonfiamento" σε Ελληνικά

Οι διόγκωση, φούσκωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gonfiamento" σε Ελληνικά.

gonfiamento
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διόγκωση

    noun

    Questa situazione conduce al gonfiamento del saldo della contabilità separata;

    Η κατάσταση αυτή οδηγεί σε διόγκωση του υπολοίπου της χωριστής λογιστικής.

  • φούσκωμα

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gonfiamento " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gonfiamento" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη