Μετάφραση του "gonfiare" σε Ελληνικά
Οι φουσκώνω, πρήζω, πρήζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gonfiare" σε Ελληνικά.
gonfiare
verb
γραμματική
Crescere in volume.
-
φουσκώνω
verbNon l'ho gonfiato del tutto.
Δε τη φουσκώνω εντελώς.
-
πρήζω
VerbQuando i corpi si gonfiano, la rete li taglia e fa uscire il gas.
Δεδομένου ότι οι φορείς τους πρήζω, οι περικοπές σύρμα τους, απελευθερώνοντας το αέριο αποσυντίθεται.
-
πρήζομαι
verbIn realta'credo di essere allergico agli appuntamenti, comincia a prudermi tutto, divento tutto gonfio e sanguino profusamente.
Με πιάνει φαγούρα και πρήζομαι κι έχω ακατάσχετη αιμορραγία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gonfiare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "gonfiare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αβδηρίτης · κεφάλα · φαντασμένος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη