Μετάφραση του "gronda" σε Ελληνικά

Το γείσο είναι η μετάφραση του "gronda" σε Ελληνικά.

gronda noun verb feminine γραμματική

Parte del tetto sporgente, che fa colare la pioggia in modo che l'acqua non tocchi il muro.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γείσο

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gronda " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gronda" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη