Μετάφραση του "grossolano" σε Ελληνικά

Το άξεστος είναι η μετάφραση του "grossolano" σε Ελληνικά.

grossolano adjective masculine γραμματική

Riferito ad un materiale o alla qualità di qualcosa: poco fine.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άξεστος

    adjective masculine

    Odio dover essere grossolano, ma viste le circostanze

    Μισώ να είμαι άξεστος, αλλά σύμφωνα με τις περιστάσεις ...

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grossolano " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grossolano" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη