Μετάφραση του "illegittimo" σε Ελληνικά
Το νόθος είναι η μετάφραση του "illegittimo" σε Ελληνικά.
illegittimo
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
νόθος
adjective masculineCuban, il presentatore. è il padrino della mia figlia illegittima.
Ο Κιούμπαν είναι νονός της νόθας κόρης μου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " illegittimo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη