Μετάφραση του "immediatezza" σε Ελληνικά

Το αμεσότητα είναι η μετάφραση του "immediatezza" σε Ελληνικά.

immediatezza noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμεσότητα

    noun

    84 L'aspetto del principio dell'oralità in discussione nel caso di specie riguarda piuttosto l'«immediatezza» nel tempo.

    84 Η πτυχή της αρχής της προφορικότητας για την οποία πρόκειται στην παρούσα υπόθεση εμπίπτει μάλλον στη χρονική «αμεσότητα».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " immediatezza " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "immediatezza" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη