Μετάφραση του "impaurito" σε Ελληνικά

Το φοβισμένος είναι η μετάφραση του "impaurito" σε Ελληνικά.

impaurito verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φοβισμένος

    adjective masculine

    Quello che vedo è solo un vecchio impaurito.

    Το μόνο που βλέπω είναι ένας φοβισμένος γέρος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " impaurito " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "impaurito" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • σκιάζω · τρομάζω · φοβίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "impaurito" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη