Μετάφραση του "impavido" σε Ελληνικά

Οι άφοβος, ατρόμητος, θαρραλέος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impavido" σε Ελληνικά.

impavido adjective masculine γραμματική

Che non può essere scoraggiato o intimidito.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άφοβος

    adjective masculine

    Sono un uomo impavido, ma di te ho una paura matta.

    Είμαι άφοβος, αλλά εσύ με πεθαίνεις απ'το φόβο.

  • ατρόμητος

    adjective

    Sei impavido, come io non saprò mai essere.

    Είσαι τόσο ατρόμητος σε σχέση με μας, τόσο όσο δεν γνώρισα κάποιον άλλο.

  • θαρραλέος

    adjective

    Forse la tua reputazione di uomo impavido e'infondata.

    Ίσως η φήμη σου ως θαρραλέος άντρας είναι αβάσιμη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " impavido " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "impavido" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "impavido" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη