Μετάφραση του "imputato" σε Ελληνικά
Οι κατηγορούμενος, εναγόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "imputato" σε Ελληνικά.
imputato
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
-
κατηγορούμενος
noun masculineHa accolto l'utilizzo di elementi di prova e deposizioni non pertinenti contro gli imputati.
Έκρινε παραδεκτή τη χρησιμοποίηση σε βάρος των κατηγορουμένων αποδεικτικών μέσων και μαρτυρικών καταθέσεων που δεν τους αφορούσαν.
-
εναγόμενος
particleE'stata chiarissima, Vostro Onore, quando il signor Foster era un imputato l'intercettazione era inammissibile.
Όσο ο κ.Φόστερ ήταν εναγόμενος δεν μπορούσαμε να παίξουμε την κασέτα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " imputato " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "imputato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποδίδω · απονέμω · καταλογίζω · οικειοποιούμαι · σφετερίζομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη