Μετάφραση του "inconcepibile" σε Ελληνικά

Οι ακατανόητος, αδιανόητος, ασύλληπτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inconcepibile" σε Ελληνικά.

inconcepibile adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακατανόητος

    adjective
  • αδιανόητος

    adjective

    Le reti e i sistemi di informazione veicolano un volume e una pluralità di servizi e dati ancora inconcepibili fino a pochi anni fa.

    Τα δίκτυα και τα συστήματα πληροφοριών υποστηρίζουν σήμερα υπηρεσίες και μεταφέρουν δεδομένα σε βαθμό που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρείτο αδιανόητος.

  • ασύλληπτος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inconcepibile " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inconcepibile" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη