Μετάφραση του "incompatibile" σε Ελληνικά

Οι ασυμβίβαστος, ασύμφωνος, αταίριαστος: είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "incompatibile" σε Ελληνικά.

incompatibile adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασυμβίβαστος

    adjective masculine

    Tale norma nazionale potrebbe essere considerata restrizione all'importazione, incompatibile con il regolamento.

    Αυτός ο εθνικός κανόνας θα μπορούσε να θεωρηθεί ως περιορισμός στις εισαγωγές, ασυμβίβαστος με τον κανονισμό.

  • ασύμφωνος

    adjective masculine
  • αταίριαστος:

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " incompatibile " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "incompatibile" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "incompatibile" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη