Μετάφραση του "indefinito" σε Ελληνικά
Οι αόριστος, ακαθόριστος, (νομ.) εκκρεμής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "indefinito" σε Ελληνικά.
indefinito
adjective
masculine
γραμματική
-
αόριστος
adjective masculineIl termine «indefinito» non significa «infinito».
Ο όρος «αόριστος» δεν σημαίνει «απεριόριστος».
-
ακαθόριστος
adjective masculineLa direttiva "macchine" copre un numero indefinito di categorie di prodotti.
Στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας "Μηχανές" εμπίπτει ακαθόριστος αριθμός κατηγοριών προϊόντων.
-
(νομ.) εκκρεμής
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αρρύθμιστος - άλυτος
- αόριστος - απροσδιόριστος - ακαθόριστος - ασαφής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " indefinito " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "indefinito" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αόριστο άρθρο
-
αόριστη νομική έννοια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη