Μετάφραση του "indecisione" σε Ελληνικά

Το αναποφασιστικότητα είναι η μετάφραση του "indecisione" σε Ελληνικά.

indecisione noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναποφασιστικότητα

    noun feminine

    Ebbene, una simile indecisione sarebbe incompatibile con l' obbligo della motivazione.

    Αυτή όμως η αναποφασιστικότητα δεν συμβιβάζεται με την υποχρέωση αιτιολογήσεως.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " indecisione " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "indecisione" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη