Μετάφραση του "indecisione" σε Ελληνικά
Το αναποφασιστικότητα είναι η μετάφραση του "indecisione" σε Ελληνικά.
indecisione
noun
feminine
γραμματική
-
αναποφασιστικότητα
noun feminineEbbene, una simile indecisione sarebbe incompatibile con l' obbligo della motivazione.
Αυτή όμως η αναποφασιστικότητα δεν συμβιβάζεται με την υποχρέωση αιτιολογήσεως.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " indecisione " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη